Σύμφωνα με την Bethesda, το The Evil Within έγινε χρυσό και είναι έτοιμο για διανομή στα καταστήματα πωλήσεων video games.
Το νέο ήρθε από το επίσημο Blog της εταιρείας, με την ίδια να το γιορτάζει μέσω του Vine, παρουσιάζοντας όλες τις εκδόσεις παρέα με τον Boxman, ενός από τους κακούς του παιχνιδιού, που θα αντιμετωπίσετε.
Η αλήθεια είναι πως μέχρι να φτάσει σε αυτό το σημείο, είχε υποστεί αρκετές αλλαγές στην ημερομηνία κυκλοφορίας του, κατά την διάρκεια του έτους. Η πρώτη ημερομηνία ήταν τον Αύγουστο του 2014, άλλα μεταφέρθηκε για τον Οκτώβριο του 2014, με την δικαιολογία ότι ο Shinji Mikami(ο δημιουργός του Resident Evil) και η ομάδα του, στην Tango Gameworks, χρειαζόντουσαν επιπλέον χρόνο για να τελειοποιήσουν το παιχνίδι.
Τα κλιπάκια που δημιουργούν οι φαν είναι από τα αγαπημένα μας. Ειδικά όταν πρόκειται για καλογυρισμένες και άξιες παραγωγές. Έτσι λοιπόν παρακάτω σου έχουμε μια νέα επικούρα με πρωταγωνίστρια μια Lara Croft. Το φιλμάκι λέγεται Croft και είναι εμπνευσμένο από τη σειρά Tomb Raider.
Η διάρκειά του είναι γύρω στα 20 λεπτά και παρουσιάζει μια γυναίκα –τη Lara καλέ- που προσπαθεί να σώσει το «τομάρι» της νεαρής φίλης της από κάποιους απαγωγείς.
He grew up in an extremely rich family, with a silver spoon in his mouth.
His father owned one of the biggest chemical companies and wanted him to take his place someday. Flavio never disagreed but there was really stressed him out. He didn’t want to become powerful and famous because of his father and one of the things that make him furious is having people tell him so. He wanted to acquire power by himself.
Thus, he decided to leave his hometown, buy a (relatively) small apartment and enter the university, incognito.
However, rumors travel faster than light. Soon, half of the university knew who he was, although he had asked his friend not tell anyone. He ended up surrounded by lots and lots of people pretending they don’t know his identity, pretending they are his best friends, pretending…. All this pretentiousness really pissed him off. He never had real friends, nobody ever talked to him with sincerity about himself, he didn’t even know if he deserved the grades at school or university.
Inside him, this made him really depressed but others never took notice, as he could hide it elaborately. He was always the social, positive and optimistic type on his outsides. He talked to everyone and anyone could be useful to him in the future. His feelings didn’t really matter…. His career came first and his goal was to prove he deserved it. Though, there were three persons that were very important to him.
One day, in a crisis of depression, he left his home and visited a bar outside the city, where he made what he called a sentimentally filling acquaintance. He was a well dressed tall and muscular type who told him he owned the bar. He was there every night, sitting in a corner watching people come and go. He seemed to detect some secret potential inside him, and that was extremely pleasing since he had never told him who he was. They would talk about business, sciences, the paranormal, religion, politics… anything in existence…. and the man seemed to be wary of everything. Flavio wandered how this man hadn’t become something important.
Returning from the bar, at about two in the morning, he decided to go for a long walk and contemplate on what he had discussed. He walked around a small hill, when he noticed a light somewhere on it and he started walking towards it. It was a beautiful woman, painting the view in front of a palette. She had brought a lamp and a small portable cassette player playing chamber music. She was the most gorgeous being he had ever seen in his life. Long raid hair, deep blue eyes, simple but elegant clothing, fine shaped body and rich breasts, smooth white skin. Her paintings were brilliant, she was obvious a talented artist (if not a super model). She also had a great sense of humor and a sharp tongue and he always liked her company. He wondered if she could feel anything about him…
And then there was that teacher of his… It was the only man that didn’t seem to care about his identity, although he obviously knew it (everyone knew it in the university, after all). He was driving him hard and he would always point out his mistakes and weaknesses. The labs were a great experience with that professor. He always felt his eye watching him, ready to show him his mistakes but also ready to discuss his questions and troubles… always on the subjects… For him, he was something he could never reach. A cold, strict professional. A perfectionist. The archetype of scientist.
Those three persons drew his guidelines and gave him the power to go on ahead, ignoring all the hollow flatterers he used to mingle with, all those who bored him and distressed him under his pleasant façade. Soon, he would discover that there is a society where his name and money would mean nothing and where his own deeds alone would define him and make him rise in their eyes… just like he always wanted…
Equipment:(carried) portable pc, cellular phone, books and financial newspapers, credit cards, blinding spray for defense.
Equipment:(owned) home computer, hi fi, BMW, lots of books on many scientific fields.
Apartment: first floor, small kitchen and bathroom, big living room and bedroom, a small room with lab equipment, a garage on the ground floor.
Gears of War, το franchise που γεννήθηκε το 2006 για λογαριασμό του Xbox 360. Κηδεμόνας αυτού του σπλάχνου είναι η Epic Games, που χάρη σε αυτό εξέλιξε το genre των shooters και κυρίως αυτών με προοπτική τρίτου προσώπου. Έφερε την επανάσταση στο gameplay, συστήνοντας το μοναδικό one-button σύστημα κάλυψης, το οποίο αργότερα ακολούθησαν τα περισσότερα παιχνίδια του είδους. Καθήλωσε εκατομμύρια κατόχους της κονσόλας της Microsoft στα σαλόνια τους, δημιουργώντας παράλληλα μια από τις πιο hardcore βάσεις οπαδών στη βιομηχανία, υπήρξε ένα από τα δυνατότερα χαρτιά στη first party φαρέτρα τίτλων του Xbox, ενώ έφτασε στο σημείο να δημιουργηθούν comics και νουβέλες βασισμένες στο lore της σειράς. Έτσι, λοιπόν, δυο χρόνια μετά το επικό κλείσιμο της τριλογίας του Marcus Fenix, καταφθάνει η επόμενη προσθήκη της σειράς, με τον τίτλο Gears of War: Judgment.
Πρόκειται για ένα prequel του Gears of War, με πρωταγωνιστές αυτή τη φορά όχι τη Delta Squad των Marcus Fenix και Dom Santiago, αλλά τη Kilo Squad με ηγέτη τον υπολοχαγό Damon Baird. Η ανάπτυξη του Judgment, όμως, δεν ανατέθηκε στην ίδια την Epic Games αλλά σε ένα από τα θυγατρικά της στούντιο, την πολωνικής καταγωγής People Can Fly, γνωστή –μεταξύ άλλων- για το έργο της στο Painkiller και το προ τριετίας Bulletstorm.
Η ιστορία – Μεταξύ σφύρας και άκμονος
Το Judgment μας μεταφέρει λίγους μήνες μετά την Emergence Day, συγκεκριμένα στη μάχη του Halvo Bay και την αιφνίδια επίθεση της τερατόμορφης φυλής πλασμάτων ονόματι Locust στον πλανήτη Sera. Εμείς αναλαμβάνουμε το ρόλο της Kilo Squad, που απαρτίζεται από τον ηγέτη της, τον υπολοχαγό Damon Baird, τον Augustus “The Cole Train” Cole, τη Sofia Hendrick και το Garron Paduk, έναν πρώην στρατιώτη των UIR. Τα γεγονότα του παιχνιδιού εκτυλίσσονται γύρω από τη δίκη της Kilo Squad, η οποία βρίσκεται σύσσωμη στο εδώλιο του κατηγορουμένου για εγκλήματα πολέμου, λιποταξία, δειλία, κλοπή άκρως απόρρητων όπλων και προδοσία.
Η αφήγηση είναι ένα από τα θετικά σημεία του τίτλου. Αποδίδεται με έξυπνο και πρωτοφανή τρόπο για τα στάνταρ της σειράς, καθώς κάθε κεφάλαιο είναι και μια κατάθεση των μελών της Kilo. Οι σκέψεις των στρατιωτών ταξιδεύουν στο παρελθόν, μέσω flashbacks, ξετυλίγοντας έτσι το κουβάρι της υπόθεσης. Εδώ η People Can Fly, πάντα με τις ευλογίες της Epic, επέλεξε τον εύκολο δρόμο, παραδίδοντας μια ιστορία που δίνει έμφαση όχι τόσο στο παρελθόν των πρωταγωνιστών αλλά περισσότερο στις αντίξοες συνθήκες και τη σκληρότητα που βίωσε η Kilo Squad μαχόμενη στα χαρακώματα του Halvo Bay.
Ουσιαστικά, δηλαδή, μια πλοκή που θυμίζει χολιγουντιανή στρατιωτική “buddy movie”. Το αποτέλεσμα, εν τέλει, είναι αρκετά προβλέψιμο, περισσότερο από το αναμενόμενο, ενώ αποτυγχάνει να πληροφορήσει ενδελεχώς τους θιασώτες της σειράς για το τι συνέβη πριν τα γεγονότα του πρώτου Gears. Eν τέλει, το single player campaign του Judgment δε θα σας πάρει πάνω από 5:30- 6 ώρες για να το ολοκληρώσετε στο Normal επίπεδο.
Aftermath Campaign
Πρόκειται για το δεύτερο campaign του τίτλου και ξεκλειδώνεται όταν ο παίκτης ολοκληρώσει με επιτυχία 40 Declassify αποστολές –στις οποίες θα αναφερθούμε παρακάτω. Τα κίνητρα για τη δημιουργία ενός δεύτερου campaign είναι αφενός η βράβευση των παικτών για όσους ίδρωσαν να κάνουν “Declassify” όλες αυτές τις αποστολές και αφετέρου να διηγηθεί μια ακόμη παράλληλη ιστορία, που συνάδει με το story ark του Gears of War 3. Εν ολίγοις, διηγείται το τι έγινε 24 ώρες πριν το τέλος του τρίτου Gears, όταν οι Baird και Cole χωρίστηκαν από τη Delta Squad για να φέρουν ενισχύσεις. Η διάρκεια του Aftermath εκτιμάται ακριβώς στις δυο ώρες – μιλάμε πάντα για το Normal επίπεδο δυσκολίας- και κλείνει όσες σεναριακές τρύπες υπήρξαν στο Gears of War 3, αλλά αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση μιας και δεν παρουσιάσει μεγάλο ενδιαφέρον.
“Trust your Guts” – Gameplay, modes και multiplayer
Οι Πολωνοί, έχοντας αναλάβει με το βαρύ φορτίο να φέρουν εις πέρας ένα από τους μεγαλύτερους τίτλους του Xbox 360, θέλησαν να του φερθούν ευλαβικά, εξελίσσοντας με το δικό τους τρόπο τη συνταγή “Gears”. Και το καταφέρνουν θριαμβευτικά στον τομέα της μάχης. Οι λόγοι είναι δύο, αρχικά θα αναφερθούμε στο S3 ή, αλλιώς, "Smart Spawn System", που σκοπός του είναι να αλλάζει τη δομή της μάχης κάθε φορά που ο παίκτης πραγματοποιεί reload ή μεταβαίνει στο επόμενο δωμάτιο. Πραγματικά, η παρουσία του S3 καθιστά το Judgment ως τον εντονότερο από πλευράς δράσης τίτλο της σειράς με μπόλικες δόσεις «μπρουτάλ» σκηνικών.
Ακόμη εντονότερη είναι η arcade γεύση που αφήνει, αφού με κάθε kill ο παίκτης ανταμείβεται με πόντους, που προστίθενται στη βαθμολογία που λαμβάνει στο τέλος της κάθε «αρένας». Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα αισθανθείτε άβολα, αφού το εν λόγω σύστημα σας αναγκάζει να δώσετε προσοχή στον τρόπο με τον οποίο θα προσεγγίσετε τη μάχη και θα σας αιφνιδιάσει με τις επιλογές που θα κάνει ανά τις πίστες.
Η αμφότερη νέα προσθήκη στη συνταγή του Gears είναι οι Declassified αποστολές. Οι 42 Declassified Missions βρίσκονται διασκορπισμένες σε όλο το κυρίως campaignτου Judgment και προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο δυσκολίας στην ήδη καταιγιστική δράση του παιχνιδιού. Για την ολοκλήρωσή τους απαιτούνται τρία αστέρια, τα οποία θα αποκτήσετε κάνοντας εντυπωσιακά kills ή μαζεύοντας ribbons. Είναι περιττό να αναφέρουμε ότι σε co-op επίπεδο οι Πολωνοί τα πηγαίνουν εξίσου περίφημα. Μια σημαντική αλλαγή στο control scheme είναι πως, πλέον, η αλλαγή των όπλων γίνεται με το κουμπί Υ και οι χειροβομβίδες εκτοξεύονται με το LB, ακολουθώντας έτσι τη μόδα των μοντέρνων shooters. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας, διότι θα το συνηθίσετε σχεδόν αμέσως. Προχωρώντας στο multiplayer κομμάτι, θα λέγαμε ότι σε σχέση με το Gears of War 3 εδώ έχουμε να κάνουμε με μικρότερη ποικιλία modes, μιας και απουσιάζουν τα Horde, Arcade και Beast modes.
Αντίθετα, συστηνόμαστε στα Survival και Overrun modes. Το πρώτο αποτελεί ένα μείγμα μεταξύ Horde και Overrun γιατί, κατά πρώτον, δανείζεται το στοιχείο της επιβίωσης από το Horde και κατά δεύτερον χρησιμοποιεί το class based σύστημα του Overrun. Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι το Overrun αποτελεί κάτι εντελώς καινούργιο στη σειρά και συστήνει τους παίκτες σε ένα "Team Fortress" mode. Ο κάθε χαρακτήρας έχει τις δικές του ικανότητες και προσφέρει τις ανάλογες υπηρεσίες στο πεδίο της μάχης.
Το κλειδί για να νικήσετε εδώ είναι η ομαδικότητα μεταξύ των παικτών και θα αποτελέσει το online mode που θα ξοδέψετε αρκετές ώρες με την παρέα σας στο Xbox Live party. Ακόμη ένα mode που κάνει ντεμπούτο είναι το Free For All, στο οποίο όλοι είναι εναντίον όλων, με φυσικό επακόλουθο την αφαίρεση του «Downed but not Out”. Τα υπόλοιπα modes είναι τα κλασσικά Team Deathmatch και το Domination, ένα objective-based mode.
Μια ακόμη πολωνικής φύσεως προσθήκη είναι τα PrizeBoxes, που ξεκλειδώνονται τόσο σε single όσο και σε online επίπεδο, αν ολοκληρώσετε ορισμένα in-game achievements και προσφέρουν skins όπλων, χαρακτήρων και XP. Γενικά, κατά την online εξόρμησή μας δε συναντήσαμε κάποιο φαινόμενο lag, ενώ παραδόξως -σε σχέση με το Gears 3- το matchmaking πραγματοποιούνταν αρκετά γρηγορότερα.
Οι τελευταίες σταγόνες ιπποδύναμης του Xbox 360 – Τεχνικός τομέας
Στον τεχνικό τομέα το Judgment προσφέρει γραφικά ισάξιας ποιότητας με το GoW 3, ενώ σε κάποια σημεία τα particle effectsεκτοξεύονται σε εντυπωσιακά ύψη, με σημείο αναφοράς το τελικό boss. Λογικό είναι δυο χρόνια μετά η Unreal Engine 3 να έχει εξελιχτεί σε ανάλογο βαθμό και να έχουν εξαλειφθεί τα φαινόμενα tearing και aliasing, απεικονίζοντας ένα πιο ευκρινές οπτικό αποτέλεσμα. Σημαντικό επίσης είναι το γεγονός ότι στον εικαστικό τομέα οι υφές -και γενικά όλα τα σκηνικά- έχουν μια πιο "πλαστική" υπόσταση, θυμίζοντας σε γραφικά το Bulletstorm, ενώ πρόκειται για τον πιο πολύχρωμο -και συνάμα πιο σκοτεινό, όσον αφορά τη χρωματική παλέτα- τίτλο του franchise.
Από την άλλη, ο ήχος παραμένει στα υψηλά επίπεδα που γνωρίσαμε όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς καμία αλλαγή. Το soundtrack, που για ακόμη μια φορά υπογράφει ο Steve Jablonsky, αντικαθιστά τον επικό και συγκινητικό τόνο της τριλογίας με σκληρά και βάρβαρα σε ύφος κομμάτια, που κινούνται σε industrial ρυθμούς.
«Ορκίζομαι να πω την αλήθεια και μόνο την αλήθεια» - Επίλογος
Το Gears of War: Judgment είναι, λοιπόν, το prequel που χρειαζόταν η σειρά, η ανάπαυλα πριν το ξεκίνημα μιας αναπόφευκτης δεύτερης τριλογίας. Είναι ένα Gears φτιαγμένο από μια διαφορετική ομάδα, που έδωσε όλο της το «είναι» για να το αναπτύξει. Αφηγηματικά φέρνει έναν αέρα φρεσκάδας και "παικτικά" ικανοποιεί με τα ασφαλή ρίσκα που πήρε η People Can Fly, προσθέτοντας το Smart Spawn System και τα Declassified missions. Ταυτόχρονα, έχει τα κότσια να τεστάρει με τη δυσκολία του τα νεύρα των παικτών στις μάχες και να διαστείλει ευχάριστα τις κόρες των ματιών με τη συνολική ποιότητα των γραφικών. Δεν χωρά καμιά αμφιβολία, πως πρόκειται για μια third person shooter εμπειρία που δεν πρέπει να λείψει από κανέναν κάτοχο Xbox 360.